Articles

This is the default teaser text option. You can remove or edit this text under your "General Settings" tab. This can also be overwritten on a page by page basis.

Img Artemis

Δήμητρα και Ερυσίχθων

Artemis, Athenian-red figure lekythos
C5th B.C., State Hermitage Museum

Ο Οβίδιος μας αφηγείται με πολλές λεπτομέρειες την ιστορία του Ερυσίχθονα, γιου του Τριόπα, που τον τιμώρησε η Δήμητρα με το πιο αβάσταχτο μαρτύριο, δηλαδή με το μαρτύριο της αδιάκοπης πείνας και του ανικανοποίητου, επειδή τόλμησε να κόψει μια βαλανιδιά, αφιερωμένη σε εκείνη.

«Ο Ερυσίχθονας φέρνονταν με καταφρόνια προς τους δυνατούς θεούς και δεν έστεργε να κάνει μια θυσία για να ευφρανθούν κι αυτοί απ’ την κνίσα του βωμού. Βέβηλος, ως ήταν, λένε, μπήκε μέσα στο ιερό δάσος της θεάς και με τσεκούρι χτύπαγε, με κακούργο σίδερο στο χέρι, τα δέντρα, και τους κορμούς των τους πληγώνει, που οι αιώνες τους είχαν σεβαστεί. Υπήρχε δε στο δάσος εκείνο της θεάς μια σεβάσμια βαλανιδιά τόσο μεγάλη που σαν δάσος φάνταζε αυτή μονάχη. Οι πιστοί στόλιζαν τον κορμό της με κορδέλες, στίχους και γιρλάντες. Έτσι ευχαριστώντας για τις ευεργεσίες της τη θεά. Μα ο γιος του Τριόπα είδε τα στολίδια, δεν είπε να κάνει πίσω, να παρατήσει το τσεκούρι πια, μόνο διέταξε τους δούλους του να κόψουν εκείνο το δέντρο. Κι όταν δίβουλους τους είδε να στέκονται, άρπαξε ο ίδιος τον πέλεκυ από έναν δούλο κι έτσι μίλησε ο κακούργος: ‘Είτε είναι αυτό το δέντρο στη θεά Δήμητρα αγαπητό, είτε είναι η ίδια η θεά, τώρα η κορφή του θα αγγίξει το χώμα’. Και σήκωσε το κοφτερό τσεκούρι κι άρχισε να χτυπάει του δέντρου τον κορμό.

Η βαλανιδιά τραντάχτηκε και βόγκηξε, χλομιάσανε τα φύλλα, τα βαλανίδια, τα κλαδιά. Και μόλις έπεσαν οι πρώτες τσεκουριές και πετάχτηκαν δώθε κείθε τα κομμάτια του φλοιού, αίμα ποτάμι έτρεξε από τις πληγές του δέντρου. Και οι δούλοι σαν είδαν το θύμα, μαρμάρωσαν από τον τρόμο. Ένας μονάχα δεν μαρμάρωσε, δε δείλιασε κι άρπαξε το ανόσιο χέρι του Ερυσίχθονα για να εμποδίσει την ιερόσυλη πράξη.

Τότε γύρισε οργισμένος ο Ερυσίχθονας ο Θεσσαλός και λέει του γενναίου δούλου ‘πάρε του ευλαβικού σου ζήλου την τιμή’ και με μια τσεκουριά του κόβει το κεφάλι.

Ύστερα βάλθηκε με λύσσα να καταφέρνει τσεκουριές στη δρυ. Τότε ακούστηκε φωνή μέσα από του δέντρου την πληγή ‘ήμουν της Δήμητρας Νύμφη αγαπημένη κι ήταν το άσυλό μου ετούτος ο κορμός. Τρέμε. Σβήνοντας η φωνή μου σου προαναγγέλλει πως θα τιμωρηθείς για τούτες εδώ τις τσεκουριές. Η τιμωρία σου δε θα αργήσει κι ο θάνατός σου για το δικό μου θάνατο θα με παρηγορήσει’. Μα μήτε αυτή η απειλή σταμάτησε την εγκληματική μάνητα του Ερυσίχθονα.

Τέλος, έπειτα από πολλά χτυπήματα και τραβηγμένη από πολλά σκοινιά, έπεσε κάτω στη γη η μεγάλη εκείνη βαλανιδιά, συντρίβοντας κάτω από το βάρος της ένα μεγάλο μέρος από το δάσος. Πήγαν τότε, θρηνώντας των αδελφών τους το χαμό και το δικό τους τον αφανισμό, του δάσους οι Δρυάδες στη Δήμητρα και της ζήτησαν να τιμωρηθεί σκληρά ο ένοχος.

Η θεά δέχτηκε την παράκληση και η συναινετική κίνηση του θεϊκού της κεφαλιού έκανε να τρέμουν τα στάχυα σ’ ολόκληρη τη γη. Για να τιμωρήσει τον Ερυσίχθονα, η Δήμητρα εφεύρε μια πολύ σκληρή ποινή, που να λυπάσαι τον κακούργο, αν λύπηση ταιριάζει στην περίπτωσή του αυτή. Τον καταδίκαζε να βασανίζεται αδιάκοπα από τρομερή ανικανοποίητη πείνα.

Ενας ανεμοστρόβιλος φέρνει την Πείνα στο παλάτι του Ερυσίχθονα, την απιθώνει στο κατώφλι του μπροστά. Και μπαίνει η Πείνα στο παλάτι και πάει κατευθείαν στο κρεβάτι του Ερυσίχθονα. Ήταν νύχτα και ο ανόσιος κοιμόταν βαθιά. Η Πείνα με τα φτερά της τον σκεπάζει, με το τρισφαρμακωμένο χνώτο της πάνω του φυσά και του γεμίζει με την ανάσα της την τρομερή το στόμα, το λαρύγγι και το στήθος, φυτεύοντας μέσα στα σωθικά του λιγούρα φρικιαστική. Κι αφού ξεπλήρωσε τη διαταγή της Δήμητρας η Πείνα, έφυγε από της αφθονίας το παλάτι και ξαναγύρισε στην ερημιά της και στη στέρφα σπηλιά της.

Υπνος γλυκός χάιδευε τον Ερυσίχθονα ακόμα με τα πράα του φτερά.

Και ξεγελιέται από ένα όνειρο και ζήτησε μέσα στον ύπνο του να φάει, το στόμα του ανοίγει και πάλι κλείνει ασταμάτητα, τα δόντια του χτυπούν πάνω στα δόντια και καταπίνει τάχατες μασώντας, ενώ το τίποτα μασάει… Ξυπνάει αμέσως, νιώθει την πείνα να του ξεσκίζει στόμα.

Λαιμό και σωθικά. Δίνει διαταγή ν’ αδειάσουν τον αέρα, τη θάλασσα, τη γη κι ό,τι φαγώσιμο θα βρουν, μπροστά του να το φέρουν. Κι ενώ είχε γύρω του πλήθος αγαθά, τροφές περίσσιες, έλεγε πως δε χορταίνει.

Φόρτωναν με ξέχειλες πιατέλες το τραπέζι, κι αυτός ζητούσε να του φέρουν κι άλλο κι άλλο φαΐ. Κι ότι θα έφτανε ολόκληρες πολιτείες για να θρέψει κι ολόκληρους λαούς, δεν του έφτανε του Ερυσίχθονα να τον χορτάσει. Κι όσο μασούσε βιαστικά κι όσο αδιάκοπα κατάπινε, πιο λαίμαργος, αχόρταγος γίνονταν. Δεν πρόφταινε να καταπιεί το κρέας που είχε μέσα στο στόμα κι άλλο κι άλλο ζητούσε. Απατη άβυσσος έγινε η κοιλιά του κι όσο προσπαθούσε να τη γεμίσει τόσο βαθύτερη γινόταν αυτή. Κι έτσι στα βάθη της κοιλιάς του, που την τυραννούσε η πείνα χάθηκε κι όλη του η πατρική κληρονομιά, δίχως να καταφέρει να ξεφύγει μήτε το σούβλισμα του στομαχιού από την άγρια πείνα, μήτε να σβήσει τη φωτιά της κακίας που του έκαιγε το στόμα.

Κι αφού όλα τα πλούτη του τα είχε καταβροχθίσει, δεν του έμενε παρά μια κόρη, που της άξιζε καλύτερος πατέρας, κι αυτός την πουλάει μέσα στην απόγνωσή του. Μα η Μήστρα, ως ήταν το όνομα της κόρης, ικέτεψε τον Ποσειδώνα, το θεό της θάλασσας, που κάποτε την είχε ερωμένη να τη γλιτώσει από τη σκλαβιά και ο θεός για τούτο την μεταμορφώνει σε γέρο ψαρά. Κι η Μήστρα ξαναγυρνάει στον πατέρα της κι αυτός την ξαναπουλάει και μεταμορφώνεται πάλι διαδοχικά σε φοράδα, σε δαμάλα, σε ελαφίνα κι ο πατέρας της ολοένα και την πουλάει με τη νέα της μορφή, μα το τίμημα της κάθε πώλησης δεν αρκεί για να κορέσει την ακατάσχετη πείνα του και τελικά καταβροχθίζει τις σάρκες του, τα ίδια του τα μέλη».

Πηγή www.hellenicpantheon.gr

Αποσυμβολισμός του μύθου

Τι άλλο είναι για τον άνθρωπο η φύση η οποία τον περιβάλλει παρά οι ίδιες οι σάρκες του, αφού από αυτήν θρέφεται και επιβιώνει και ο ίδιος;

Μάλιστα έδωσαν στον Ερυσίχθονα το επώνυμο Αίθων (από το αίθω =καίω, ανάβω), γιατί όπως η φωτιά φουντώνοντας τα τρώει όλα με τις φλόγες της, έτσι κι εκείνος σε λίγο καιρό είχε φάει όλα τα κοπάδια του πατέρα του, πρόβατα, γίδια, αγελάδες, άλογα, ακόμα και τα μουλάρια και τις γάτες.

Το απαρασάλευτο μήνυμα του μύθου είναι πως ο άνθρωπος πρέπει να αντιμετωπίζει με σεβασμό τη φύση, διότι είναι αυτή που τον θρέφει και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της ίδιας. Επίσης, ο μύθος συμβολίζει και την ύβρη που διαπράττει καταστρέφοντας τη φύση. Είναι σαν να τρώει τις σάρκες του και να οδηγείται σε αφανισμό ο ίδιος.

    No Twitter Messages